PETER FRIEDL

Ο Peter Friedl αναλύει στο έργο του πολιτικά, ιστορικά και πολιτισμικά πλαίσια, και διερευνά συνθήκες και τύπους αναπαράστασης, όπως τα γλωσσικά συστήματα και οι απεικονίσεις. Εξετάζει πώς παράγεται το νόημα και πώς ενίοτε η διαδικασία αυτή γεννά παρερμηνείες. Το έργο του καλλιτέχνη αναδεικνύει την τεταμένη σχέση αισθητικής και πολιτικής επίγνωσης, η οποία ορισμένες φορές προκαλεί ρήγμα ανάμεσα στο επιθυμητό νόημα και σε αυτό που τελικά γίνεται αντιληπτό. Σχετικό παράδειγμα είναι η μεγάλη επιγραφή από νέον, που αναπαριστά μια χειρόγραφη φράση από τα Τετράδια Φυλακής (Quaderni dal Carcere) του Antonio Gramsci: «Io posso trovare fantasie dove non c’e’ nessuno». Ο συγγραφέας επι-
χειρεί να μεταφράσει ένα απόσπασμα από το θεατρικό έργο Magnificence του εκκεντρικού ποιητή και ουμανιστή John Skelton. Πρόκειται για ένα «ηθικοπλαστικό έργο» με αλληγορικούς χαρακτήρες, όπου το καλό υπερισχύει στη μάχη με το κακό. Στον στίχο
1040, ο Fancy, ένας από τους ήρωες, λέει: «I can find fantasies where none is» (Μπορώ να βρω τη φαντασία εκεί όπου δεν υπάρχει καμία). Ο Gramsci αποδίδει λανθασμένα τη φράση ως: «Io posso trovare fantasie
dove non c’e’ nessuno» (Μπορώ να βρω τη φαντασία εκεί όπου δεν υπάρχει κανείς). Ορισμένοι έχουν υποστηρίξει ότι αυτό το «φροϋδικό» ολίσθημα, αυτή η παραδρομή, πιθανόν οφείλεται στην απομόνωση
του Gramsci, που έγραφε έγκλειστος στη φυλακή.
Σε κάθε περίπτωση, το λάθος του επιτρέπει εναλλακτικές ερμηνείες της πρότασης. Παρόλο που η μετάφραση είναι εσφαλμένη, αυτό που έχει σημασία είναι ότι ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα ρήξη μεταξύ
μικρο- και μακρο-πολιτικής. Μέσα από αυτή τη λεπτή, αθέλητη σχισμή καταφέρνει να διεισδύσει η επιθυμία ή, για να το θέσουμε πιο εμφατικά, το βάρος της καταστολής. Το συγκεκριμένο έργο είναι ένα παράδειγμα του πώς ο Friedl χρησιμοποιεί την εννοιολογική
ανάλυση της γλώσσας και των εικόνων ως μορφή τέχνης, εμπλέκοντας τον παρατηρητή όχι ως παθητικό θεατή αλλά ως ενεργό παραγωγό νοήματος. Το δεύτερο έργο, Επιτοίχια Ζωγραφική, Χωρίς Τίτλο (1999),
πραγματεύεται τη δυσκολία μας να εμπιστευτούμε όσα νομίζουμε ότι ξέρουμε. Οι τοίχοι του εκθεσιακού χώρου είναι βαμμένοι μονοχρωματικά με ένα ασημί χρώμα μέχρι το ύψος των 151 εκατοστών – ένα εκατοστό ψηλότερα από το ύψος του ίδιου του Gramsci (ο
οποίος υπέφερε από κύφωση που απέτρεψε τη φυσιολογική ανάπτυξή του). Το έργο έχει αμφιλεγόμενο νόημα: από τη μία, ο χώρος δίνει μια «αντικειμενική πληροφορία» για τον Gramsci, χωρίς να τεκμηριώνει
την αξιοπιστία της. Από την άλλη, ανακαλεί με ασαφή και αποκλειστικά αφαιρετικό τρόπο μια παρουσία. Δίχως να συνιστά τυπικό φόρο τιμής, κριτική ή αγιογραφία, αυτό το εννοιολογικό «πορτρέτο» του Gramsci (αν μπορεί κανείς να το χαρακτηρίσει έστω κι έτσι) καλεί τον θεατή να καταλήξει μόνος του στα δικά του συμπεράσματα για την κληρονομιά αυτής της ιστορικής προσωπικότητας και τη θέση της στον σύγχρονο κόσμο. Με εργαλείο την εννοιολογική ανάλυση, το έργο του Friedl ωθεί τον θεατή να ασκήσει την κριτική σκέψη του.