MERIÇ ALGÜN RINGBORG

Στην ενότητα έργων Γάντζος ή Ουρά (2013) η Meriç Algün Ringborg θίγει το θέμα της διέλευσης φυσικών, πολιτισμικών, γλωσσικών και γραφειοκρατικών συνόρων. Αφορμή στάθηκε η εμπειρία της ίδιας της Algün Ringborg ως μετανάστριας από την Κωνσταντινούπολη στη Στοκχόλμη.
Η διαδικασία περιλαμβάνει πλήθος γραφειοκρατικές σφραγίδες, αιτήσεις και συνεντεύξεις, και, εφόσον τελεσφορήσει, επιτρέπει τη νόμιμη εγκατάσταση εντός της Ε.Ε. Υπάρχει φυσικά και ο εναλλακτικός, παράνομος τρόπος μετανάστευσης. Το Γάντζος ή Ουρά εξετάζει ένα συγκεκριμένο σύνορο: τον ποταμό Μέριτς, Έβρο ή Μαρίτσα, όπως ονομάζεται στην Τουρκία, την Ελλάδα και τη Βουλγαρία αντίστοιχα, ο οποίος πηγάζει από τη Βουλγαρία και οριοθετεί τα σύνορα ανάμεσα στις τρεις χώρες.
Ο ποταμός, συνονόματος της καλλιτέχνιδας στην τουρκική εκδοχή του ονόματός του, είναι σήμερα ένα από τα κύρια σημεία παράνομης εισόδου μεταναστών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το γεγονός ότι η
καλλιτέχνης έχει το ίδιο όνομα με τον ποταμό είναι μεν συμπτωματικό, παραμένει όμως εξαιρετικά ενδιαφέρον και συνδέεται με την επιλογή του Μέριτς ως πρωταγωνιστή της σειράς. Η Algün Ringborg εξε-
τάζει το ίδιο το ποτάμι και, χρησιμοποιώντας απλώς την εικόνα ή το τοπογραφικό του σχέδιο, υποδηλώνει τη διάβαση από και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Αντλώντας έμπνευση από το έργο Χωρίς τίτλο του Felix Gonzalez-Torres, την αέναη αναπαραγωγή μιας εικόνας νερού, η Algün Ringborg παρουσιάζει μια παρόμοια εικόνα του ποταμού Μέριτς. Στο Χωρίς τίτλο (Έβρος, Μαρίτσα, Μέριτς) υπαινίσσεται τις διαφορετικές τοποθεσίες πέριξ του ποταμού και, κατ’ επέκταση, τα διαφορετικά πολιτικά συστήματα στα οποία αυτές ανήκουν. Επεκτείνοντας αυτή την ιδέα, στο έργο της Μπλε ποτάμι, κόκκινο σύνορο δύο γραμμές
εμφανίζουν την εναέρια άποψη του ρου του ποταμού και του πολιτικού συνόρου. Η Συνθήκη της Λωζάνης όρισε τον ποταμό ως φυσικό σύνορο των τριών χωρών, καθώς όμως μετατοπίζεται ο ρους του, ο ποταμός παύει να συμπίπτει με τα σύνορα που είχε ορίσει η Συνθήκη, αναδεικνύοντας την αυθαίρετη φύση των συνόρων εν γένει. Το Ç (Το άτυχο γράμμα) είναι μια συλλογή επιστολών από την προσωπική αλληλογραφία της Algün Ringborg, με επίκεντρο την τουρκική
υποστιγμή που παίρνει το γράμμα c στο όνομα Meriç.
Στη νέα πατρίδα της καλλιτέχνιδας, τη Σουηδία, οι αρχές και άλλοι φορείς (τράπεζες, πανεπιστήμια, ακόμα και η Υπηρεσία Μετανάστευσης) γράφουν συχνά λάθος ή αντικαθιστούν το ç στην αλληλογραφία τους μαζί της. Άλλοτε το γράμμα ç απουσιάζει
και το όνομα της καλλιτέχνιδας εμφανίζεται ως Meri, άλλοτε αντικαθίσταται από το σύμβολο % και γίνεται Meri%, ενώ άλλοτε παίρνει τη θέση του το αντίστοιχο γράμμα της γλώσσας σήμανσης html (Meri&#231). Αυτή η απώλεια της υποστιγμής λειτουργεί ως
διαρκής υπενθύμιση της διαφορετικής «χώρας προέλευσης» και της αδυναμίας ένταξης της καλλιτέχνιδας στο νέο σύστημα. Στο ηχητικό έργο Archiving Meriç, ακούμε έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων να προφέρουν το όνομα «Meriç», καθένας με τη δική του προφορά, προκαλώντας σύγχυση στον ακροατή, που ακούει είτε το όνομα της καλλιτέχνιδας είτε του ποταμού είτε και τα δύο – θολώνοντας τα μεταξύ τους σύνορα και αναδεικνύοντας την κεντρική θέση του ονόματος καθεαυτού έναντι του όποιου φορέα του. Τέλος, στο Becoming European, μια σειρά σχεδίων που παρουσιάζουν σφραγίδες ημερομηνίας σε χαρτί, εμφανίζονται οι ημερομηνίες και το καθεστώς
διαμονής της καλλιτέχνιδας στην Ε.Ε., αλλά και, διά της παραλείψεως, οι περίοδοι της «εξαφάνισής της» κάθε φορά που έβγαινε εκτός συνόρων Ε.Ε. Το έργο μιμείται το σύστημα καταγραφής της διαμονής της από τη μεταναστευτική υπηρεσία. Τα διαφορετικά χρώματα αντιστοιχούν σε διαφορετικά καθεστώτα διαμονής: το μπλε δηλώνει τουριστικούς λόγους, το κόκκινο καθεστώς προσωρινής διαμονής, το μοβ ότι εκκρεμεί ο καθορισμός καθεστώτος, το μαύρο τη μόνιμη διαμονή, το πράσινο το καθεστώς αναμονής για την απονομή υπηκοότητας. Οι ημερομηνίες που δεν εμφανίζονται αντιστοιχούν στα διαστήματα κατά τα οποία η καλλιτέχνης βρισκόταν εκτός Ε.Ε., επισκεπτόμενη για παράδειγμα την πατρίδα της, την Κωνσταντινούπολη. Η περίοδος που καταγράφεται ξεκινά στις 21 Δεκεμβρίου 2007 και ολοκληρώνεται στις 3 Ιουνίου 2012, οπότε η καλλιτέχνης απέκτησε τη σουηδική υπηκοότητα. Από κοινού, όλα τα έργα αποτελούν ένα καυστικό σχόλιο πάνω στη διαπερατότητα
των συνόρων και τις σημερινές ρευστές, αποδημητικές και συχνά επισφαλείς ταυτότητες που αποκτούν οι άνθρωποι στην εποχή μας, καθώς διασχίζουν τα σύνορα, είτε από επιλογή είτε από ανάγκη.