HAYV KAHRAMAN

Ως πρόσφυγας που εγκατέλειψε το Ιράκ, όταν ήταν ακόμα παιδί, η Hayv Kahraman θέτει με το έργο της ερωτήματα για την ταυτότητα και τις ρίζες της. Καθώς ήταν πολύ μικρή όταν έφυγε από την πατρίδα της, αποκόπηκε απότομα από τη γλώσσα και τον πολιτισμό της. Τα έργα της καταγράφουν τον ξεριζωμό της, την αίσθηση αποξένωσης από τις ρίζες της και τον πόθο της επανασύνδεσης με αυτές. Στην έκθεση της Μπιενάλε, η Kahraman παρουσιάζει έργα από τη σειρά
Πόσο Ιρακινός είσαι; (2014-2015). Πρόκειται για λάδια σε λινό με αλληγορικά στοιχεία, αλλά και κείμενα που βασίζονται σε προσωπικές αναμνήσεις της καλλιτέχνιδας από την παιδική της ηλικία στη Βαγδάτη, μαζί με γλωσσοδέτες, αφορισμούς, συνηθισμένες ιρακι-
νές λέξεις και ιστορίες από την εμπειρία της ως πρόσφυγα στη Σουηδία. Το αραβικό κείμενο εμφανίζεται σε δύο χρώματα: μαύρο για την αφήγηση της ιστορίας και κόκκινο για τον υπομνηματισμό, μια πρακτική που προέρχεται από το εικονογραφημένο χειρόγραφο
του 12ου αιώνα Maqamat al Hariri, το οποίο αφηγείται ιστορίες καθημερινών Ιρακινών της Διασποράς. Στα έργα της αυτά, η Kahraman έχει υιοθετήσει κάποια από τα τυπικά γνωρίσματα των εικονογραφήσεων του εν λόγω χειρογράφου, όπως το χρώμα, η δομή
και η σύνθεση. Όπως και στις εικονογραφήσεις του Maqamat, έτσι και στα περισσότερα από τα δικά της έργα απουσιάζει το φόντο, καθώς η καλλιτέχνης δεν θέλει να ορίσει κάποιο πλαίσιο. Θέλει οι φιγούρες της
να βρίσκονται σε μια διαρκώς ρευστή, κυμαινόμενη κατάσταση –ούτε εδώ ούτε εκεί– παραπέμποντας στη δική της εμπειρία ως μέλους της ιρακινής Διασποράς.
Η γλώσσα παίζει επίσης σημαντικό ρόλο στη ζωγραφική της. Στο έργο Το όνομά της είναι Gun (2015), για παράδειγμα, ο τίτλος βρίθει γλωσσικών αναφορών.
Η λέξη «gun», που σημαίνει «όπλο» στα αγγλικά, στα σουηδικά είναι μια κοινή λέξη για τη «γυναίκα», ενώ στα κουρδικά σημαίνει «όρχεις». Η καλλιτέχνης αφήνει έτσι το κοινό να διερωτάται για το πώς πρέπει
να αναγνώσει το έργο. Όσον αφορά τα κείμενα που συνοδεύουν τις εικόνες, η Kahraman χρειάστηκε να μάθει ξανά να γράφει, να διαβάζει και να μιλάει την «ακρωτηριασμένη μητρική της γλώσσα», όπως λέει η
ίδια. Δημιουργώντας αυτά τα έργα, έπρεπε να ανακαλύψει τον εννιάχρονο εαυτό της, που γνώριζε άπταιστα αραβικά. Συνεπώς, οι πίνακές της αποτελούν έντονα προσωπικές αφηγήσεις για ένα κλεμμένο παρελθόν. Αντανακλούν την εμπειρία του εξοβελισμού
από την πατρίδα και την ανάγκη να ενσωματωθεί σε έναν νέο πολιτισμό. Αποτελούν έναν τρόπο αποκατάστασης μιας ιστορίας που φοβάται κανείς μήπως την ξεχάσει. Την ίδια στιγμή, αντανακλούν οδυνηρά το διαρκές συναίσθημα της ετερότητας, του να μην
είσαι ούτε «εδώ» ούτε «εκεί», του να μην ανήκεις, εν τέλει, πουθενά – ένα συναίσθημα που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της κατάστασης όλων των μεταναστών.